8 ώρες στη βροχή (Βελίτσα – διαολόστρατα)

By mountainsGreece, Μάρτιος 2, 2017

Ξεκινήσαμε από την Αθήνα με σκοπό να φτάσουμε στην πηγή της Τρύπης που βρίσκεται πάνω από τη χαράδρα της Βελίτσας (Παρνασσός). Γνωρίζαμε ότι το μονοπάτι σε αυτό το σημείο του βουνού ήταν πολύ δύσκολο και από ένα σημείο θα έπρεπε να κάνουμε δική μας χάραξη. Ο καιρός θα ήταν συννεφιασμένος και το απόγευμα θα χαλούσε με βροχές και καταιγίδες. Έτσι τουλάχιστον έλεγαν τα μετεωρολογικά σάιτ για τον Παρνασσό. Η ομάδα μας αποτελούνταν από τέσσερα άτομα.

Στις επτά παρά βρισκόμασταν στο δρόμο για το βουνό. Διασχίζοντας τον κάμπο της Θήβας τα γύρω βουνά έδειχναν σκοτεινά και απλησίαστα. Είχαμε αρχίσει να αμφιβάλλουμε για την εγκυρότητα των σάιτ αλλά πλέον δεν υπήρχε γυρισμός. Φτάνοντας στο χωριό Άνω Τιθορέα (Βελίτσα) ανηφορίσαμε ανάμεσα από τα σπίτια περνώντας πάνω από την κεντρική πλατεία και ακολουθήσαμε το στενό δρόμο μέχρι το πιο ψηλό σημείο όπου βρισκόταν ένας πλάτανος και η αρχή του μονοπατιού.

Ο καιρός έδειχνε να κλείνει όλο και πιο πολύ και οι ψηλές κορυφές ήταν κρυμμένες μέσα στα σύννεφα. Φτιάξαμε τα πράγματα μας για τη διαδρομή και ξεκινήσαμε με την ευχή ότι κάποια στιγμή ο ουρανός θα άνοιγε. Λίγο πιο πάνω όμως άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες. Ακόμη και έτσι θέλαμε να συνεχίσουμε μιας και πιστεύαμε ότι η βροχή θα σταματούσε κάποια στιγμή.

Το μονοπάτι στην αρχή ήταν εμφανές και περνούσε από δυο μεγάλα πλατώματα και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Στην συνέχεια άρχιζε να ανηφορίζει προς τη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Η χάραξη ήταν καλή και η ανηφόρα ήπια.

Στο πρώτο κομμάτι υπήρχε χαμηλή βλάστηση με πουρνάρια και πολλά είδη φυτών. Λίγο παραπάνω υπήρχαν λίγες μεγάλες βελανιδιές ενώ άρχιζαν και τα πρώτα έλατα. Το τοπίο όσο ανεβαίναμε γίνονταν όλο και πιο εντυπωσιακό. Η ομίχλη και η βροχή ώρα με την ώρα δυνάμωναν ενώ τα σύννεφα έδειχναν αρκετά απειλητικά.

Σε λίγη ώρα είχαμε μπει μέσα στο ελατόδασος φτάνοντας στην τελευταία ταμπέλα που μας ειδοποιούσε για την σωστή πορεία προς την σπηλιά του Αδρούτσου. Εμείς συνεχίσαμε στο κυρίως μονοπάτι ανηφορίζοντας συνεχώς. Όταν πια πλησιάσαμε στα βράχια που βρίσκονταν από πάνω μας η ανηφόρα σταμάτησε και συνεχίσαμε τραβερσάροντας περνώντας δύο σάρες. Το τοπίο ήταν πραγματικά μαγευτικό. Αν και η ομίχλη μας έκρυβε ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς του βουνού, έστω και έτσι κατά διαστήματα άνοιγε για λίγο αφήνοντας το μάτι μας να χαθεί στη μεγαλοπρέπεια του τοπίου. Ήταν πια σίγουρο ότι ο καιρός θα έμενε σε αυτό το μοτίβο.

Λίγο παραπάνω διασχίσαμε ένα ξηρό ρέμα και συνεχίσαμε προς τα αριστερά. Από πάνω μας υπήρχαν πολλά βραχώδη σημεία που έμοιαζαν με μεγάλες βεράντες. Τα σύννεφα έπαιζαν το δικό τους παιχνίδι καθώς η βροχή δυνάμωνε. Με αρκετό κόπο φτάσαμε σε ένα πλάτωμα όπου υπήρχαν τρία παλιά κτίσματα. Πήραμε μερικές ανάσες και συνεχίσαμε.

Αργότερα καταλάβαμε ότι το μονοπάτι δεν θα μας έκανε τη ζωή εύκολη. Είχε αρχίσει να σβήνει και μόνο μερικές κορδέλες στα δέντρα μας βοηθούσαν να καταλάβουμε ότι πάμε σωστά. Μέσα στην υγρασία και το κρύο αντικρίσαμε το πρώτο ποταμάκι. Ήταν αυτό που ξεκινούσε από τις πηγές της Αχλαδίτσας. Κατηφορίσαμε προς αυτό περνώντας από ένα απότομο σημείο και φτάσαμε στην όχθη του. Η ελλιπής σήμανση μας ανάγκασε να τριγυρίζουμε για αρκετή ώρα μέχρι να καταλάβουμε προς τα που έπρεπε να κατευθυνθούμε. Το κυρίως μονοπάτι είχε κλείσει από τις κατολισθήσεις και ανηφόριζε από μια νέα χάραξη λίγο πιο χαμηλά σε ένα σημείο αρκετά απότομο.

Το μέρος ήταν επιβλητικό με απόκρημνους γκρεμούς αλλά το μάτι σταματούσε πάνω στα έλατα που ισορροπούσαν στα μικρά κενά των βράχων. Το νερό ήταν ολοκάθαρο και λίγο πιο ψηλά σχημάτιζε μικρούς καταρράκτες. Η συνέχεια της διαδρομής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Κάθε λίγο χάναμε το μονοπάτι και τριγυρίζαμε δεξιά και αριστερά ψάχνοντας το ίχνος του. Τελικά φτάσαμε στο δεύτερο πλάτωμα της διαδρομής (ξεκίνημα ώμου) όπου υπήρχε ακόμη ένα παλιό κτίσμα.

Η βροχή είχε δυναμώσει πολύ και πλέον ήμασταν μούσκεμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια και σαν να μην έφταναν τα βρεγμένα ρούχα το νερό είχε αρχίσει να μπαίνει και μέσα στα παπούτσια. Και οι τέσσερις μοιάζαμε με βρεγμένες γάτες ενώ το δικό μου αδιάβροχο είχε αποφασίσει να μην λέγεται “αδιάβροχο” μιας που το νερό κυλούσε μέσα από αυτό κάνοντας το κρύο πιο αισθητό.

Σε αυτό το σημείο της διαδρομής κάναμε και το μεγαλύτερο λάθος που έμελλε να καθορίσει την πεζοπορία. Από τον ώμο το μονοπάτι συνέχιζε τραβερσάροντας στο δάσος αλλά υπήρχαν πολλές κορδέλες λίγο πιο ψηλά στον ώμο. Έτσι αποφασίσαμε να συνεχίσουμε ακολουθώντας τις προς τα πάνω. Περάσαμε μέσα από πολλούς άρκευθους μέχρι που ο ώμος άλλαζε σε καθαρή κόψη. Δεξιά και αριστερά το έδαφος είχε μεγάλη κλίση και αναγκαστικά προχωρούσαμε σχεδόν στην κορυφή. Το άγριο τοπίο μαζί με την ομίχλη προκαλούσε δέος. Αρκετά πιο ψηλά αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το κρύο ήταν πιο έντονο και δεν υπήρχε πουθενά μονοπάτι. Τότε αποφασίσαμε να κάνουμε την τελική κουβέντα για την συνέχιση η όχι της πεζοπορίας.

Βγάλαμε το χάρτη και αμέσως είδαμε το λάθος μας. Βρισκόμασταν πάνω στη διαολόστρατα η οποία οδηγούσε στην κορυφή Καλόγερος σε υψόμετρο 2.327μ. Με το ηθικό πεσμένο κατηφορίσαμε προς το σημείο που ξεκινήσαμε. Η ώρα είχε περάσει και είχαμε μπροστά μας τρεις περίπου ώρες μέχρι να νυχτώσει. Έτσι ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε από την ίδια διαδρομή. Τον γύρο της χαράδρας τον αφήσαμε για μια άλλη φορά.

Ξαναμπήκαμε στο δάσος αναζητώντας ξανά το ασαφές μονοπάτι. Ήμουν σίγουρος πως όλοι σκεφτόμασταν τα απότομα σημεία αλλά κανείς δεν έλεγε κάτι. Δεν υπήρξε γκρίνια καθώς ξέραμε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση.

Σύντομα όμως καταλάβαμε ότι η επιστροφή δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Εξακολουθούσαμε να μην βρίσκουμε τη σωστή διαδρομή. Αρκετά πιο κάτω φτάσαμε σε ένα σημείο όπου υπήρχαν πολλές κορδέλες στα κλαδιά που μας οδηγούσαν προς τα δεξιά. Λίγο η πυκνή ομίχλη αλλά και η κούραση μας οδήγησαν να τα ακολουθήσουμε. Καθώς κατεβαίναμε είχαμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε ότι πάλι πηγαίναμε λάθος. Αυτό το ανύπαρκτο μονοπάτι μάλλον θα μας έβγαζε στα διπόταμα. Τα διπόταμα είναι το σημείο στο οποίο συναντούνται τα δύο βασικά ρέματα της χαράδρας. Έτσι αρχίσαμε να γυρνάμε πάλι προς τα πάνω για να βρούμε το σωστό μονοπάτι.

Είχαμε αρχίσει να τουρτουρίζουμε την ώρα που το φως χαμήλωνε. Τότε κάναμε τη μία και μοναδική στάση για να φορέσουμε μερικά ρούχα ακόμη και να ξαποστάσουμε λίγο. Εκεί άρχισαν και τα πειράγματα. Αναρωτιόμασταν που θα την βγάζαμε το βράδυ και αν θα αντέχαμε το κρύο. Ευτυχώς τα λέγαμε και γελούσαμε αν και δεν ήμασταν καθόλου σίγουροι ότι θα κατεβαίναμε με ασφάλεια.

Η συνέχεια μας βρήκε δεμένους και αποφασισμένους να μην κάνουμε άλλο λάθος. Με πολύ προσοχή συνδέαμε τα μονοπάτια φτάνοντας όλο και πιο χαμηλά. Περάσαμε ξανά τα απότομα σημεία μέχρι που βγήκαμε στο κυρίως μονοπάτι. Η καρδιά είχε μπει κάπως στη θέση της και αυτό που έμενε ήταν να ξεγελάσουμε το κρύο. Το τραγούδι που ξεκίνησε η μοναδική συντρόφισσα της παρέας μας βοήθησε αρκετά.

Σε όλη τη διάρκεια της πορείας η βροχή δεν είχε κόψει για παραπάνω από δέκα λεπτά. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να μεταμορφώνει το δάσος και σύντομα βγάλαμε τους φακούς. Τέτοια ώρα ξέραμε ότι θα άρχιζαν να τριγυρνούν και τα αγριογούρουνα, υπήρχαν πολλά σημάδια στο δάσος που μαρτυρούσαν την παρουσία τους.

Με ανακούφιση φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Ήμασταν πολύ κοντά στο χωριό εμφανώς καταβεβλημένοι αλλά νιώθαμε ικανοποίηση που αυτή η δύσκολη πορεία έφτανε στο τέλος της. Το κέφι παρά την κακή κατάσταση μας δεν έλειπε.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που καθορίζει πολλές φορές την έκβαση μιας πορείας είναι η παρέα. Ήμουν σίγουρος ότι η θέληση και ομαδική αντιμετώπιση των προβλημάτων μας έφεραν πιο κοντά και φτάσαμε με ασφάλεια κάτω.

Η χαράδρα της Βελίτσας είναι αρκετά μεγάλη και απομονωμένη. Υπάρχουν δύο μονοπάτια που ανηφορίζουν μέχρι την πηγή Τσάρες. Το ευκολότερο και πιο γνωστό είναι αυτό που ανηφορίζει από τα αριστερά ενώ το δεξιό μονοπάτι είναι αρκετά πιο δύσκολο. Καλό θα ήταν για όσους σκοπεύουν να το κάνουν για πρώτη φορά να είναι σίγουροι για τις καιρικές συνθήκες της ημέρας. Επίσης προσοχή χρειάζονται τα σημεία που το μονοπάτι διακλαδώνεται με άλλα. Δεν υπάρχουν όλα στον ορειβατικό χάρτη του βουνού και μπορεί να μπερδέψουν έναν ορειβάτη.

Ο χρόνος που κάναμε ως τη διαολόστρατα μέχρι και την επιστροφή μας πήρε οχτώ ώρες. Στην πραγματικότητα η διαδρομή είναι πιο σύντομη αλλά ο κακός καιρός και η ομίχλη μπορεί να μεγαλώσουν κατά πολύ τη διάρκεια της.

κείμενο – φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας