Πεζοπορία στο όρος Ερσίγιες της Τουρκίας

By mountainsGreece, Μάρτιος 2, 2017

Η Τουρκία έχει 57 βουνά που οι κορυφές τους ξεπερνούνε τα 3.000μ. Η γνωστότερη οροσειρά είναι ο Ταύρος, η οποία εκτείνεται σε μήκος 600χλμ. και διασχίζει το νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Εδώ έχει διανοιχτεί ένα από τα μεγαλύτερα σε μήκος μονοπάτια της Τουρκίας με την ονομασία Λυκία οδός. Ξεκινάει από την πόλη Φετιγιε και μετά από 509χλμ. φτάνει στην Αττάλεια. Η διαδρομή περιλαμβάνει στάσεις σε αρχαία μνημεία και παραλίες, ενώ ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του βουνού Όλυμπος, με τους πανέμορφους σπάνιους κέδρους.

Δύο βουνά όμως είναι τα πιο διάσημα στην Τουρκία. Τα όρη Αγκρι (Αραράτ), με υψόμετρο 5.137μ., και Ερσίγιες (Αργαίος), με υψόμετρο 3.917μ.. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι πρόκειται για ηφαίστεια. Το Αραράτ βρίσκεται στα βάθη της Ανατολίας, δίπλα στο Ιράν, ενώ το Ερσίγιες στο κέντρο της χώρας και κοντά στην πόλη Καϊσέρι (Καισάρεια).

Στο Αραράτ έχουν ανέβει αρκετές ελληνικές αποστολές, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, που οι καιρικές συνθήκες είναι πιο σταθερές. Το Ερσίγιες, είναι ακόμη πιο δημοφιλές βουνό για τους Τούρκους, αλλά και για τους χιλιάδες τουρίστες που το επισκέπτονται τον χειμώνα, καθώς διαθέτει ένα από τα καλύτερα χιονοδρομικά κέντρα της χώρας. Η ανώτερη πίστα στο βουνό ξεπερνάει τα 2.700μ. Για να ανέβει κανείς στο Αραράτ χρειάζεται να έχει ειδική άδεια. Αντίθετα στο Ερσίγιες δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός.

Αναμφίβολα η Τουρκία αποτελεί ίσως τον ιδανικό προορισμό για όσους θέλουν να δοκιμάσουν τις αντοχές του σε βουνά που ξεπερνούν τα 3.000μ. χωρίς να ξοδέψουν πολλά χρήματα. Στην Ελλάδα το πιο ψηλό βουνό είναι ο Όλυμπος με υψόμετρο 2.917μ. Σημαντικό ατού αποτελεί και η φθηνή μετακίνηση στο εσωτερικό της Τουρκίας. Τα αεροπορικά εισιτήρια με επιστροφή από την Σμύρνη μέχρι την πόλη Βαν, δίπλα στο Αραράτ, στοιχίζουν περίπου 130 ευρώ, ανάλογα βέβαια με το πότε θα κάνει κάποιος την κράτηση.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας στην Τουρκία αποφασίσαμε να ανέβουμε στο όρος Ερσίγιες. Για να προσεγγίσει κάποιος το βουνό θα πρέπει να ξεκινήσει από την πόλη Καϊσέρι. Το αεροπορικό εισιτήριο από την Σμύρνη για Καϊσέρι κοστίζει περίπου 80 ευρώ.

Καϊσέρι

Πλησιάζοντας στην πόλη, το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε ήταν η κωνική όψη του βουνού, με τα μόνιμα χιόνια στην κορυφή. Η πόλη Καϊσέρι έχει χτιστεί σε μια αχανή πεδιάδα, γεγονός που κάνει το Ερσίγιες να φαίνεται ακόμη πιο επιβλητικό.

Γνωρίζαμε ότι θα μπορούσαμε να ανέβουμε στο βουνό από πολλές πλευρές, αλλά αποφασίσαμε να ανηφορίσουμε από την πιο διαδεδομένη και ασφαλή πλευρά του, όπου βρίσκεται και το χιονοδρομικό κέντρο. Έτσι ξεκινήσαμε από την πόλη με ένα μικρό λεωφορείο (ντολμουζ), παρέα με άλλους κατασκηνωτές προς αυτό.

Στην διάρκεια της διαδρομής συναντήσαμε αρκετά μικρά πευκοδάση. Διαβάσαμε ότι τα δάση της περιοχής δημιουργήθηκαν από τεχνητή αναδάσωση. Από ένα σημείο και πάνω δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο η χαρακτηριστική νανώδης αλπική βλάστηση. Καταλάβαμε ότι πολύ σύντομα θα φτάναμε στον προορισμό μας.

Το λεωφορείο σταμάτησε σε μία πηγή λίγο πριν το χιονοδρομικό κέντρο. Η πηγή πρόσφερε νερό σε όλους τους κατασκηνωτές της περιοχής, ενώ πωλούνταν πλαστικές κανάτες για όσους δεν είχαν μπουκάλια μαζί τους. Κατεβήκαμε και περπατήσαμε πάνω στον δρόμο μέχρι το πρώτο λιφτ του χιονοδρομικού. Ακριβώς δίπλα υπήρχε το σαλέ και ένα αναψυκτήριο που λειτουργεί όλο τον χρόνο.

Επίσης υπήρχαν και αρκετά ξενοδοχεία για όσους δεν είχαν μαζί τους σκηνή. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου οι παραθεριστές είχαν πλημμυρίσει το βουνό με πολύχρωμες σκηνές. Αφού περιεργαστήκαμε τη μακέτα του βουνού μπήκαμε στο σαλέ για να γνωρίσουμε τον υπεύθυνο. Μας έβαλε να υπογράψουμε σε ένα βιβλίο, σημειώνοντας την ημερομηνία ανάβασης. Το ίδιο θα έπρεπε να κάναμε και στην κατάβαση. Μας εξήγησε ότι αυτό το έκαναν για λόγους ασφαλείας. Έτσι, αν δεν επιστρέφαμε εγκαίρως από το βουνό, θα έψαχναν να μας βρουν.

Έπειτα προετοιμάσαμε τα πράγματά μας και ξεκινήσαμε την ανάβαση με προορισμό τα 2.800μ. Στην αρχή ακολουθούσαμε τους πυλώνες των λιφτ, γνωρίζοντας ότι το μονοπάτι ξεκινούσε στο τέλος του χιονοδρομικού κέντρου, αρκετά πιο ψηλά. Το έδαφος ήταν πετρώδες και αρκετά γλιστερό. Τα αγριολούλουδα στο βουνό βρίσκονται σε ανθοφορία καθ’ όλη την διάρκεια του καλοκαιριού, ομορφαίνοντας το ηφαιστειογενές τοπίο. Ανάμεσα όμως στα αλπικά λιβάδια, μία μορφή ξεχώριζε: Οι λαγόγυροι που μπαινόβγαιναν από τις φωλιές τους στο χώμα. Μας κοιτούσαν, αλλά όταν κάναμε πως τους πλησιάζαμε χάνονταν κάτω από τη γη.

Πιο ψηλά έκαναν την εμφάνισή τους τα κοράκια, τα γεράκια και τα χελιδόνια, που έσκιζαν τον ουρανό ψάχνοντας για τροφή. Στο βάθος βλέπαμε την κορυφογραμμή με τα απότομα και μυτερά βράχια, και ανυπομονούσαμε για τον ερχομό της επόμενης ημέρας.

Αναθαρρώντας από την εύκολη μορφολογία του βουνού στα χαμηλά, αφήσαμε την διαδρομή κάτω από τους πυλώνες των λιφτ, και κινηθήκαμε προς τα αριστερά χαράζοντας δική μας πορεία. Λίγο πριν τα 2.800μ. ο καιρός είχε αρχίσει να κλείνει και ακούγονταν οι κεραυνοί, που ολοένα και πλησίαζαν.

Το έδαφος σε αυτό το σημείο δημιουργούσε φυσικά μπαλκόνια και σε ένα από αυτά αποφασίσαμε να στήσουμε τη σκηνή μας. Αν και με μια πρώτη ματιά όλα γύρω μας έμοιαζαν εντάξει, σύντομα καταλάβαμε τι θα μας τυραννούσε τις δύο βραδιές που θα κατασκηνώναμε. Το έδαφος έκρυβε εκατοντάδες ψαλίδες που τρύπωναν στα πιο απίθανα σημεία. Αφού τακτοποιηθήκαμε βγάλαμε έξω από τη σκηνή τους εισβολείς και ξαπλώσαμε για να ξεκουραστούμε.

Ημέρα ανάβασης

Η ασφαλέστερη διαδρομή ξεκινούσε από την αριστερή πλευρά του βουνού όπως το κοιτούσαμε από κάτω. Δηλαδή από τα νότια. Υπήρχαν δύο μονοπάτια. Το ένα διέσχιζε όλη την κορυφογραμμή από αριστερά και το δεύτερο ανηφόριζε σχεδόν direct μέχρι την κορυφογραμμή.

Το δεύτερο ήταν αρκετά επικίνδυνο λόγω των συχνών κατολισθήσεων, ενώ έμοιαζε εκτεθειμένο στις χιονοστιβάδες, κάτι που βέβαια δεν μας απασχολούσε καθώς υπήρχαν λίγα χιόνια στο βουνό.

Επιλέξαμε το πρώτο μονοπάτι. Ξεκινήσαμε να ανηφορίζουμε έχοντας μπροστά μας την κορυφογραμμή. Σε λίγη ώρα βρεθήκαμε σε έναν αλπικό δρόμο, που μας οδήγησε στα 2.970μ. Αφού περάσαμε κάποια πέτρινα γκρεμισμένα σπίτια, αρχίσαμε να κινούμαστε προς τα αριστερά. Σε αυτό το σημείο συναντήσαμε ένα ρυάκι. Σε περίπτωση ομίχλης, δείχνει τη σωστή πορεία. Από το οροπέδιο αρχίσαμε να κινούμαστε προς τα αριστερά, με κατεύθυνση την ράχη μπροστά μας, που έβγαζε στην κορυφογραμμή.

Στην αρχή το μονοπάτι ήταν απότομο. Αφού όμως κερδίσαμε αρκετό ύψος η διαδρομή πλέον ήταν πιο εύκολη. Το μονοπάτι ελισσόταν σταθερά στην κορυφογραμμή. Πλησιάζοντας στα 3.000μ. το υψόμετρο είχε αρχίσει να μας αγγίζει. Σε αυτά τα υψόμετρα οι περισσότεροι ορειβάτες αρχίζουν να νιώθουν τις πρώτες ενοχλήσεις. Βέβαια από άνθρωπο σε άνθρωπο το αποτέλεσμα διαφέρει. Αφού περπατήσαμε αρκετά, φτάσαμε στην πρώτη κορυφή του βουνού, την Parmak Kaya, στα 3.700μ.

Η συνέχεια της διαδρομής ήταν πιο βατή, καθώς δεν είχε άλλες δύσκολες ανηφόρες. Στο τέλος της κορυφογραμμής βρεθήκαμε μπροστά σε έναν μεγάλο βράχο. Χωρίς να έχουμε χάρτη για το βουνό, η πρώτη εντύπωση ήταν ότι θα έπρεπε να συνεχίσουμε τραβερσάροντας στην δεξιά πλευρά για να βγούμε από πίσω. Αριστερά υπήρχε μια μεγάλη σάρα που έμοιαζε αρκετά επικίνδυνη.

Κάπου εδώ όμως η τύχη μας χαμογέλασε. Στο βάθος αριστερά διακρίναμε μια παρέα ορειβατών που περπατούσαν πάνω στην σάρα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα κινηθήκαμε προς το μέρος τους, αποφεύγοντας έτσι την λάθος πορεία. Σε αυτό το σημείο θα ξεκινούσε το δυσκολότερο κομμάτι της ανάβασης.

Οι πέτρες ήταν ασταθείς, ενώ από πάνω μας παραμόνευαν τα σαθρά βράχια του ηφαίστειου. Αφού τραβερσάραμε όλη την πλαγιά, το μονοπάτι συνέχιζε προς τα δεξιά, σε μια περιοχή με ακόμη δυσκολότερο πεδίο πεζοπορίας. Σκαρφαλώσαμε στα βράχια μπροστά μας και βγήκαμε στο τελευταίο μέρος της ανάβασης πριν την κορυφή. Εδώ η σάρα έδειχνε τα δόντια της. Οι τεράστιες πέτρες δεν ήταν σταθερές.

Το ατύχημα δεν άργησε να γίνει. Καθώς πλησιάζαμε τους προπορευόμενους ορειβάτες, ένας από την ομάδα τους γλίστρησε και χτύπησε το κεφάλι του, ευτυχώς όχι σοβαρά. Όταν τους φτάσαμε έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις. Η ομάδα ήταν από την Γερμανία και ο οδηγός του βουνού ένας έμπειρος ορειβάτης από την Τουρκία.

Περνώντας το επικίνδυνο σημείο επιτέλους είχαμε βγει λίγα μέτρα πριν την κορυφή. Κινηθήκαμε προς τα αριστερά και σε λίγη ώρα βρισκόμασταν κάτω από αυτή. Δίπλα της υπήρχε μια σπηλιά στην οποία θα μπορούσε να διανυκτερεύσει κανείς, καθώς και ένα τετράδιο για όσους θα ήθελαν να γράψουν κάτι για την ανάβασή τους.

Τα τελευταία μέτρα της κορυφής αποτελούνταν από έναν βράχο με ύψος περίπου δέκα μέτρα. Η ανάβαση σε αυτόν ήταν αδύνατη αφού το ηφαιστειακό πέτρωμα ήταν διάτρητο από ρωγμές, ενώ έδινε την αίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα γκρεμιζόταν.

Από την κορυφή έβλεπες όλη την πεδιάδα της περιοχής. Τα επόμενα βουνά βρισκόντουσαν χιλιόμετρα μακριά και αυτό που κυριαρχούσε ήταν η στέπα. Φανερή ήταν και η έλλειψη δασών. Αφού πήραμε τις απαραίτητες ανάσες ξεκινήσαμε για τον γυρισμό. Η ανάβαση είχε διαρκέσει τρεισήμισι ώρες, ενώ η επιστροφή λιγότερο. Κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι για την επιτυχή ανάβαση, πέσαμε να κοιμηθούμε.

Την επόμενη μέρα, φορτώσαμε τα σακίδια μας και ξεκινήσαμε παρέα με τις ψαλίδες για το σαλέ. Κατεβαίνοντας γνωρίσαμε έναν βοσκό. Προσπαθήσαμε να συνεννοηθούμε με τις ελάχιστες λέξεις, που είχαμε μάθει και σύντομα μας κάλεσε για ένα τσάι στη στάνη του, που όμως ήτανε πολύ μακριά. Μετά από αρκετή ώρα καταφέραμε να του το αρνηθούμε ευγενικά.

Φτάνοντας στο σαλέ, πήγαμε να βρούμε τον υπεύθυνο για να υπογράψουμε ξανά το βιβλίο. Μας κέρασε τσάι στο γραφείο του και μας ρώτησε πως μας φάνηκε το βουνό. Στη συνέχεια μας μίλησε για τον χειμερινό τουρισμό και από ποιες χώρες προέρχονται οι περισσότεροι επισκέπτες. Όταν τον ρωτήσαμε αν έρχονται έλληνες μας είπε “ναι, εσείς οι δύο”… Έπειτα μας πρόσφερε τις εγκαταστάσεις του σαλέ για να κάνουμε μπάνιο και να ξεκουραστούμε, ξεκαθαρίζοντας μας ότι δεν ήθελε λεφτά. Αφού ετοιμαστήκαμε τον χαιρετήσαμε και φύγαμε για την στάση του λεωφορείου. Το αστείο ήτανε ότι μέχρι να φτάσουμε στην πόλη οι ψαλίδες έκοβαν βόλτες ανάμεσα στους επιβαίνοντες ενώ εμείς κάναμε τις πάπιες.

Γυρίσαμε από το βουνό με τις καλύτερες εντυπώσεις και με την υπόσχεση ότι σύντομα θα ξαναβρεθούμε στην Τουρκία.

κείμενο – φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας

Καισάρεια: Όταν η Ανατολή συναντά τη Δύση

Θα μπορούσε να είναι μια τυπική επαρχιακή πόλη κάπου στη βόρεια Ευρώπη, με τα ανθισμένα παρτέρια της, το καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό πάρκο, τους πεντακάθαρους δρόμους και τους κατοίκους της, που κυκλοφορούν με ενοικιαζόμενα δημοτικά ποδήλατα ή περιμένουν υπομονετικά το τράμ. Εκ πρώτης όψεως, μόνο οι μιναρέδες προδίδουν την πραγματική ταυτότητα της Καισάρειας- κάποτε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο του πρώιμου χριστιανικού κόσμου, σήμερα η ένατη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, πλήρως εκσυγχρονισμένη με ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης.

Μέχρι στιγμής, η ανάπτυξη δεν φαίνεται να συνοδεύεται από τη φτώχεια, τα σκουπίδια και την άναρχη δόμηση, που συναντά κανείς σε άλλες τουρκικές μεγαλουπόλεις, όπως η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη. Σε αντίθεση, όμως, με τον κοσμοπολίτικο αέρα, που πνέει στους πιο τουριστικούς προορισμούς της Καππαδοκίας, η Καισάρεια είναι μία συντηρητική πόλη, όπως μαρτυρούν τόσο το σεμνό ντύσιμο των γυναικών όσο και η παντελής έλλειψη νυχτερινής ζωής.

Τα απογεύματα, οι νέοι της περιοχής συχνάζουν στα χαρακτηριστικά αρτοποιεία-καφέ, όπου καταναλώνουν παραδοσιακά γλυκίσματα και νες καφέ, όμως από τις 10 και μετά η πόλη μοιάζει εγκαταλελειμμένη, οι ελάχιστοι περαστικοί είναι αποκλειστικά άντρες, ενώ αλκοόλ σερβίρεται μόνο στα δυτικού τύπου ξενοδοχεία. Οι λάτρεις του καλού φαγητού πάντως δεν θα απογοητευτούν, αφού τα- περιορισμένα σε αριθμό- καλά εστιατόρια της περιοχής προσφέρουν εξαιρετικό φαγητό σε χαμηλές τιμές.

Τον χειμώνα, η ατμόσφαιρα πρέπει να αλλάζει ριζικά, καθώς το όρος Αργαίος- Ερσίγες για τους ντόπιους-, που υψώνεται επιβλητικά στο βάθος, αποτελεί πόλο έλξης για τους φανατικούς των χειμερινών σπορ. Εμείς την επισκεφθήκαμε καλοκαίρι, όταν τα ξενοδοχεία είναι άδεια και οι λιγοστοί τουρίστες απλώς διέρχονται από την Καισαρεία και συνεχίζουν προς την κοιλάδα Γκόρεμε ή τα ενδότερα της κεντρικής Τουρκίας.

Τα τοπικά αξιοθέατα περιλαμβάνουν το Βυζαντινό κάστρο, χρονολογούμενο γύρω στο 1500 π.Χ., πίσω από τα τείχη του οποίου κρύβεται το παζάρι της πόλης, το μεγάλο τζαμί, ένα λαογραφικό μουσείο, κατάλοιπα από τα χρόνια κυριαρχίας των Σελτζούκων και των Οθωμανών, και ορισμένες περίτεχνες κατοικίες του 18ου και 19ου αιώνα, οι οποίες διασώθηκαν από τις μαζικές κατεδαφίσεις της δεκαετίας του 1970.

To μικρό και μάλλον κακοδιατηρημένο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης βρίσκεται στα όρια ενός απέραντου, καταπράσινου νεκροταφείου- οι κάτοικοι της περιοχής το αντιμετωπίζουν ως ακόμα ένα πάρκο αναψυχής, ιδανικό για πικ νικ και οικογενειακούς περιπάτους. Ίσως το πιο εντυπωσιακό σημείο αναφοράς της περιοχής είναι το ίδιο το όρος Ερσίγες με την βραχώδη κορυφή του να αγγίζει τα 3.917 μέτρα.

κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας